Διεθνής συνεργασία σε επιστημονική δημοσίευση πανευρωπαϊκής εμβέλειας
Το υφιστάμενο και το δυνητικό ενδιαίτημα της ευρωπαϊκής καφέ αρκούδας (Ursus arctos arctos), καθώς και τη συνδεσιμότητα των ενδιαιτημάτων σε ηπειρωτική κλίμακα, εξετάζει νέα επιστημονική δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό “Diversity and Distributions”, στην οποία συμμετέχει από την Περιβαλλοντική Οργάνωση «Καλλιστώ» ο Δρ. Βιολογίας Γιώργος Μερτζάνης και η Δρ. Βιολογίας Μαρία Ψαραλέξη. Η επιστημονική δημοσίευση χρησιμοποίησε ένα τεράστιο όγκο δεδομένων υπαίθρου (τηλεμετρία, βιοδηλωτικά, γενετικά) για την βιολογία και την οικολογία της αρκούδας στην Ευρώπη από μια πλειάδα ερευνητικών φορέων, ομάδων και χωρών στο πλαίσιο του διεθνούς ευρωπαϊκου προγράμματος “BioDiversa” με το ακρωνύμιο “BearConnect”.
Όπως σημειώνει η περίληψη της επιστημονικής δημοσίευσης, τα μεγάλα σαρκοφάγα παγκοσμίως έχουν υποστεί σημαντικές συρρικνώσεις της γεωγραφικής τους εξάπλωσης λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αν και αρκετά είδη επαναποικίζουν τμήματα της ιστορικής τους κατανομής. Βασικός ερευνητικός στόχος ήταν να αξιολογηθεί το υφιστάμενο και το δυνητικό ενδιαίτημα της καφέ αρκούδας στην Ευρωπαϊκή ήπειρο (Ursus arctos arctos), καθώς και η συνδεσιμότητα των ενδιαιτημάτων του είδους σε ηπειρωτική κλίμακα.
Προκειμένου να απαντηθούν τα ερευνητικά αυτά ερωτήματα απαιτήθηκε μια μεγάλη εμβέλεια χωρικής/γεωγραφικής προσέγγισης σε ότι αφορά την περιοχή έρευνας ως εξής: Εκτεταμένες βιογεωγραφικές περιοχές της Ευρώπης, που εκτείνονται από την Πορτογαλία έως την κεντρική Ρωσία (απο Δ προς Α), και από τη Νορβηγία έως την Τουρκία (από Β προς Ν). Εξαιρέθηκαν οι εσωτερικές θάλασσες. Συνολικά· η περιοχή αυτή καλύπτει 11.151.636 km².
Μεθοδολογικά αξιολογήθηκε η καταλληλότητα ενδιαιτήματος σε ολόκληρη την περιοχή μελέτης χρησιμοποιώντας ένα σύνολο μοντέλων κατανομής ειδών με εννέα υπομοντέλα, βασισμένα σε δεδομένα από 10 ευρωπαϊκούς πληθυσμούς αρκούδας στην Ευρώπη καθώς και αυτός στην Τουρκία. Χρησιμοποιήθηκαν χάρτες καταλληλότητας ενδιαιτήματος για να πραγματοποιηθεί ανάλυση συνδεσιμότητας που βασίστηκαν σε δύο αρχικούς θεμελιακούς τύπους μοντέλων χωρικής ανάλυσης: α) τις διαδρομές “ελάχιστου κόστους” (least-cost path) δηλ. τις φυσικές διαδρομές στο τοπίο/ενδιαίτημα με το ελάχιστο ενεργειακό κόστος για τα ζώα και β) την ανάλυση κυκλωματικής συνδεσιμότητας “πανκατευθυντικής” ροής (omnidirectional circuit connectivity) που αντιστοιχεί στην προσομοίωση των ηλεκτρικών κυκλωμάτων.
Κύρια συμπεράσματα της επιστημονικής δημοσίευσης αποτελούν: Η καταλληλότητα του ενδιαιτήματος συσχετίστηκε έντονα με χαμηλά ποσοστά κάλυψης του ενδιαιτήματος από γεωργικές γαίες, χαμηλά ποσοστά ανθρώπινης δραστηριότητας και υποδομών και εγγύτητα σε δασικές εκτάσεις. Από το σύνολο της περιοχής μελέτης, το 37% (4,09 εκατομμύρια km²) καταλαμβάνεται ή είναι δυνητικά κατάλληλο για αρκούδες. Οι αναλύσεις συνδεσιμότητας εντόπισαν διαδρόμους που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη μετακίνηση μεταξύ πληθυσμών αρκούδας στη νότια Ευρώπη, ωστόσο η κατάληψη της γεωργικής γης σε βάρος των πιο φυσικών οικοσυστημάτων και οι ανθρώπινες υποδομές περιορίζουν τη συνδεσιμότητα μεταξύ των βόρειων και νότιων, πιο κατακερματισμένων, ευρωπαϊκών πληθυσμών.
Προηγούμενη έρευνα εκτίμησε ότι οι αρκούδες καταλάμβαναν 0,5 εκατομμύρια km² εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ τα αποτελέσματά μας εκτιμούν ότι 1,82 εκατομμύρια km² αυτού του τμήματος της περιοχής μελέτης είναι δυνητικά κατάλληλα για αρκούδες, αν και η συνδεσιμότητα είναι περιορισμένη.
Τα αποτελέσματά της έρευνας συμβάλλουν στη διαμόρφωση στρατηγικών διατήρησης και πολιτικών για το μέλλον της καφέ αρκούδας στην Ευρώπη, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για διασυνοριακές προσπάθειες διατήρησης δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους (10) πληθυσμούς του είδους στην Ευρώπη εχουν διασυνοριακή γεωγραφική κατανομή με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον πληθυσμό αρκουδας της δυτικής Βαλκανικής που κατανέμεται σε (10) διαφορετικές χώρες.
Διαβάστε την επιστημονική δημοσίευση στο περιοδικό Diversity and Distributions εδώ.