Στα κτηνοτροφικά τοπία της Σουηδίας, η πρόκληση της συνύπαρξης με τους λύκους και τα άλλα μεγάλα σαρκοφάγα δεν αποτελεί μια μακρινή συζήτηση σε επίπεδο πολιτικής – είναι μια καθημερινή πραγματικότητα, η οποία αντιμετωπίζεται με τη χρήση περιφράξεων, τεχνολογίας και στενής συνεργασίας μεταξύ κτηνοτρόφων και γεωργικών συμβούλων.
Η Ingela Löfquist, σύμβουλος στη Hushållningssällskapet –έναν από τους σημαντικότερους οργανισμούς παροχής γεωργικών συμβουλευτικών υπηρεσιών στη Σουηδία και εταίρο του χρηματοδοτούμενου από την ΕΕ έργου CoCo (Co-Creating Coexistence)– συνεργάζεται άμεσα με κτηνοτρόφους στη νότια Σουηδία για την ανάπτυξη και εφαρμογή πρακτικών στρατηγικών προστασίας των παραγωγικών ζώων. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η κτηνοτροφική παράδοση της Σουηδίας δεν περιλαμβάνει τη χρήση σκύλων φύλαξης κοπαδιών ή ποιμένων. Αντί γι’ αυτό, η χώρα έχει αναπτύξει μια προσέγγιση που βασίζεται στις περιφράξεις και η οποία έχει βελτιωθεί μέσα από πολυετή εμπειρία συνύπαρξης με τα μεγάλα σαρκοφάγα.
«Εδώ στη Σουηδία δεν έχουμε σκύλους ή ποιμένες για να μας βοηθούν να κρατάμε τα ζώα στα βοσκοτόπια. Χρησιμοποιούμε περιφράξεις – αυτός είναι ο συνήθης τρόπος», εξηγεί η Löfquist.
Η σημασία της σωστής εφαρμογής
Οι τεχνικές προδιαγραφές έχουν καθοριστική σημασία. Σε μια σωστά κατασκευασμένη περίφραξη προστασίας παραγωγικών ζώων, το χαμηλότερο σύρμα δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από 30 εκατοστά από το έδαφος, ενώ το ανώτερο πρέπει να φτάνει σε ύψος 110 εκατοστών. Η συνήθης πρακτική είναι η χρήση πέντε καλά τεντωμένων συρμάτων. Τα βοσκοτόπια βρίσκονται συνήθως κοντά στην κτηνοτροφική εκμετάλλευση και οι κτηνοτρόφοι πραγματοποιούν καθημερινούς ελέγχους, ώστε να παρακολουθούν την ευζωία των ζώων και να εντοπίζουν τυχόν ενδείξεις παρουσίας μεγάλων σαρκοφάγων.
Ωστόσο, οι περιφράξεις από μόνες τους δεν αρκούν. Η Löfquist αναφέρεται σε ένα διαρκώς διευρυνόμενο σύνολο συμπληρωματικών εργαλείων που βοηθούν τους κτηνοτρόφους να προλαμβάνουν την είσοδο μεγάλων σαρκοφάγων στα βοσκοτόπια.
Όταν η επιστήμη συναντά την πράξη
Τα drones και οι κάμερες χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο για την παρακολούθηση των ορίων των βοσκοτόπων και τον εντοπισμό της παρουσίας μεγάλων σαρκοφάγων πριν σημειωθεί κάποια επίθεση, δίνοντας στους κτηνοτρόφους ένα κρίσιμο χρονικό περιθώριο για να αντιδράσουν.
Η ανάλυση DNA έχει επίσης αναδειχθεί σε ένα ιδιαίτερα ισχυρό εργαλείο: όταν ένα παραγωγικό ζώο θανατώνεται ή τραυματίζεται, η γενετική ανάλυση μπορεί να συμβάλει στην ταυτοποίηση του συγκεκριμένου ατόμου του σαρκοφάγου που ευθύνεται για την επίθεση. Αυτή η ακρίβεια επιτρέπει στους αρμόδιους για τη διαχείριση της άγριας ζωής να απομακρύνουν το συγκεκριμένο ζώο, αντί να εφαρμόζουν ευρύτερα και περισσότερο παρεμβατικά μέτρα διαχείρισης.
«Μπορούμε να χρησιμοποιούμε drones, κάμερες και αναλύσεις DNA για να διαπιστώνουμε εάν υπάρχει κάποιο πρόβλημα – ίσως, για παράδειγμα, ένας μόνο λύκος που περνά μέσα από την περίφραξη και εισέρχεται στο βοσκοτόπι – και στη συνέχεια μπορούμε να απομακρύνουμε μόνο το συγκεκριμένο ζώο», εξηγεί η Löfquist. «Αυτός είναι ένας τρόπος με τον οποίο η επιστήμη και η παραδοσιακή κτηνοτροφική γνώση μπορούν να λειτουργήσουν μαζί».
Η ενσωμάτωση επιστημονικών εργαλείων στις πρακτικές που εφαρμόζονται στο πεδίο από τους κτηνοτρόφους βρίσκεται στον πυρήνα όσων διερευνά το έργο CoCo στις 12 χώρες όπου υλοποιούνται οι μελέτες περίπτωσής του. Η κατανόηση της συμπεριφοράς των μεγάλων σαρκοφάγων –τι προτιμούν, τι αποφεύγουν και πώς κινούνται μέσα στα αγροτικά τοπία– είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων και περισσότερο στοχευμένων στρατηγικών προστασίας.
Το κόστος της συνύπαρξης
Η συνύπαρξη, ωστόσο, έχει κόστος. Η εγκατάσταση και η συντήρηση περιφράξεων υψηλής ποιότητας είναι δαπανηρές, ενώ οι απώλειες παραγωγικών ζώων –ακόμη και όταν είναι σπάνιες– έχουν τόσο οικονομικό όσο και ψυχολογικό κόστος για τις κτηνοτροφικές οικογένειες.
Η Löfquist υπογραμμίζει ότι η οικονομική στήριξη εξακολουθεί να είναι απαραίτητη: τα συστήματα αποζημίωσης για παραγωγικά ζώα που θανατώνονται από μεγάλα σαρκοφάγα, καθώς και οι επιδοτήσεις για την κατασκευή υποδομών προστασίας, είναι κρίσιμα ώστε η συνύπαρξη να είναι βιώσιμη στην πράξη.
«Εάν συμβεί κάτι, εάν ένα ζώο θανατωθεί ή τραυματιστεί, οι κτηνοτρόφοι χρειάζονται αποζημίωση. Και όταν θέλουν να κατασκευάσουν αυτές τις περιφράξεις, το κόστος είναι υψηλό και χρειάζονται υποστήριξη», αναφέρει.
Η δουλειά της Löfquist στη νότια Σουηδία αποτελεί μέρος μίας από τις 30 μελέτες περίπτωσης που πραγματοποιεί το έργο CoCo σε ολόκληρη την Ευρώπη. Καθεμία από αυτές καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο κτηνοτρόφοι, ποιμένες και σύμβουλοι διαχειρίζονται στην πράξη την παρουσία μεγάλων σαρκοφάγων.
Συνολικά, οι μελέτες αυτές συμβάλλουν στη δημιουργία της τεκμηριωμένης βάσης που χρειάζεται το έργο, ώστε οι πρακτικές και οι εμπειρίες σε τοπικό επίπεδο να μεταφραστούν σε προτάσεις πολιτικής που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ανθρώπων που ζουν καθημερινά με τα μεγάλα σαρκοφάγα.
Μείνετε ενημερωμένοι για τα νέα και το διαθέσιμο υλικό του έργου στην ιστοσελίδα του CoCo Project.

