Προσεγγίσεις αρκούδων σε κατοικημένες περιοχές της Καστοριάς
Γράφει στην Φωνή της Καστοριάς της Πέμπτης 2 Ιουλίου 2026 ο Γενικός Συντονιστής της Περιβαλλοντικής Οργάνωσης «Καλλιστώ», Σπύρος Ψαρούδας
Τα τελευταία χρόνια, έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις προσέγγισης αρκούδων (αλλά και άλλων ειδών της άγριας πανίδας, όπως τα αγριογούρουνα ή οι αλεπούδες) σε κατοικημένες περιοχές. Το γεγονός αυτό, γεννά εύλογη ανησυχία μεταξύ των κατοίκων, αλλά και προβληματισμό σχετικά με το πώς μπορεί να μειωθεί η ανεπιθύμητη αυτή αλληλεπίδραση.
Οι αιτίες του φαινομένου
Η ερμηνεία των αιτιών του φαινομένου, μπορεί να δώσει κάποιες αρχικές απαντήσεις. Εδώ και δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα και εξειδικευμένες περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν προειδοποιήσει ότι η παρακμή της ορεινής γεωργίας και της εκτατικής κτηνοτροφίας, η εγκατάλειψη πολλών ορεινών οικισμών και η εποχική μόνο παρουσία ανθρώπων στα χωριά καταγωγής τους, κατά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, διαμορφώνει μία νέα πραγματικότητα στη σχέση του ανθρώπου με την άγρια ζωή. Παράλληλα, νέες δραστηριότητες σε ορεινές περιοχές, όπως οι Βιομηχανικές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ή ο τουρισμός, καθώς και η επέκταση κάποιων αστικών κέντρων και η συγκέντρωση – εντατικοποίηση γεωργικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων γύρω από αυτά, επηρεάζουν την ποικιλία και την κατανομή της άγριας ζωής στον χώρο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάνουν ασαφή τα όρια μεταξύ δασικού, αγροτικού ή οικιστικού περιβάλλοντος.
Η προστασία που προσέφερε η περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1992, με την εφαρμογή της Οδηγίας των Οικοτόπων, συνέτεινε σημαντικά στην επιτυχημένη ανάκαμψη των μεγάλων θηρευτών, όπως η αρκούδα και ο λύκος, που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην ισορροπία των οικοσυστημάτων. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η προστασία αυτή αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα της ανάκαμψης των πληθυσμών της άγριας πανίδας. Δεν υπήρξε για παράδειγμα καμία προστασία πληθυσμών αγριογούρουνου ή αλεπούδων, ωστόσο οι πληθυσμοί τους αυξάνονται και οι προσεγγίσεις σε κατοικημένες περιοχές εμφανίζουν και αυτές αυξητική τάση.
Οι Περιβαλλοντικές Οργανώσεις όπως η «Καλλιστώ», που υποστηρίζουν την συνύπαρξη του ανθρώπου με την άγρια ζωή και ειδικότερα με εμβληματικά είδη όπως η αρκούδα, αντιλαμβάνονται ότι οι ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων και αρκούδων κοντά σε οικισμούς, δημιουργούν συνθήκες ανασφάλειας και φόβου και δεν υπηρετούν το στόχο και τις αξίες της συνύπαρξης μαζί τους. Κανείς δεν θέλει να συναντάται με αρκούδες στην αυλή του σπιτιού του ή στους κάδους απορριμμάτων της γειτονιάς του. Και, φυσικά, αναγνωρίζουν ότι η ομαλή συνύπαρξη προϋποθέτει την αποτροπή προσεγγίσεων σε κατοικημένες περιοχές και την πρόληψη των ζημιών σε αγρούς, δενδρώδεις καλλιέργειες, μελισσοκομικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις.
Οι προτάσεις της «Καλλιστώς»
Οι αιτίες του φαινομένου προσεγγίσεων αρκούδων σε κατοικημένες περιοχές, όμως, δεν αντιμετωπίζονται με απλουστευτικές και επικοινωνιακού χαρακτήρα λύσεις. Η αντιμετώπισή του απαιτεί τομές στον τρόπο που διαχειριζόταν μέχρι τώρα οι σχέσεις του ανθρώπου με την άγρια ζωή.
Αυτό που υποστηρίζει η «Καλλιστώ» είναι πως, με σωστή ενημέρωση και μέτρα πρόληψης και αποτροπής – αφαίρεσης των «προσελκυστικών» παραγόντων σε οικισμούς και άλλες ανθρώπινες εγκαταστάσεις, το φαινόμενο της προσέγγισης αρκούδων ή της πρόκλησης ζημιών μπορεί να αποτραπεί ή να περιοριστεί δραστικά.
Σε καμία περίπτωση η ανησυχία και η δικαιολογημένη αγανάκτηση των κατοίκων στην Περιφερειακή Ενότητα Καστοριάς, δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά ούτε και να οδηγήσει στην υιοθέτηση παράνομων πρακτικών κατά των αρκούδων, όπως έγινε πρόσφατα με την θανάτωση τριών αρκούδων στη Δυτική Μακεδονία. Η δε νομιμοποίηση τέτοιων πρακτικών, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει στην εκτεταμένη εξόντωση ζώων.
Η θανάτωση μιας αρκούδας δεν μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του αναγκαίου φόβου απέναντι στον άνθρωπο ούτε, φυσικά, να οδηγήσει στη μεταβίβαση αυτής της συμπεριφοράς στις επόμενες γενιές. Παρότι μια τέτοια ενέργεια ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσκαιρα το αίσθημα ασφάλειας και να καθησυχάσει προσωρινά τους κατοίκους, στην πραγματικότητα έχει κυρίως επικοινωνιακό χαρακτήρα και δεν συνιστά ουσιαστική ή μακροπρόθεσμη λύση. Εφόσον δεν εφαρμόζονται με συνέπεια και διαχρονική συνέχεια τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης και αποτροπής, είναι πολύ πιθανό ότι αργά ή γρήγορα μια άλλη αρκούδα θα καταλάβει τη θέση εκείνης που θανατώθηκε.
Οι προτάσεις της «Καλλιστώς» για την αντιμετώπιση των προσεγγίσεων αρκούδων σε κατοικημένες περιοχές συνοψίζονται στην εξειδίκευση και προσαρμογή του συνόλου των μέτρων που προτείνονται στο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Αρκούδα» (ΚΥΑ με ΦΕΚ B’ 6991/20.12.2024), που εντάσσει το θέμα αυτό σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης του είδους. Ο κεντρικός στόχος που επιδιώκεται να επιτευχθεί από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης αυτό, που εκπονήθηκε από τους πιο έμπειρους και εξειδικευμένους επιστήμονες στη χώρα, πέρασε από διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και, τελικά, εγκρίθηκε από την Ελληνική Πολιτεία, έστω και μερικώς, είναι η «διατήρηση ενός βιώσιμου πληθυσμού της καφέ αρκούδας στην Ελλάδα και η εξασφάλιση των συνθηκών ομαλής συνύπαρξης του είδους με τον ανθρώπινο παράγοντα».
Για το σκοπό αυτό, καταρτίστηκε ένας αναλυτικός πίνακας που περιλαμβάνει, στο 9ο Κεφάλαιο του Σχεδίου, 23 διαφορετικά μέτρα και 73 δράσεις διατήρησης, που πρέπει να υλοποιηθούν από διάφορους φορείς και δημόσιες υπηρεσίες σε βάθος εξαετίας. Μία πρώτη, συνοπτική εξειδίκευση του Σχεδίου Δράσης αυτού, περιλαμβάνεται στο «επιχειρησιακό σχέδιο δράσης για την διαχείριση του ζητήματος των προσεγγίσεων αρκούδων σε κατοικημένους τομείς και οικισμούς της Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς», που δημοσιοποίησε η «Καλλιστώ» τον Ιούνιο του 2025.
Θεωρούμε ότι η εφαρμογή του Σχεδίου αυτού, σε συνδυασμό με την συστηματική και ουσιαστική εφαρμογή της ΚΥΑ του 2014, αλλά και την ουσιαστική υποστήριξη της Πολιτείας στον αγροτικό κόσμο και τους κατοίκους της υπαίθρου, αποτελούν ένα σύγχρονο, πλήρες, ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό πλαίσιο αντιμετώπισης του φαινομένου προσεγγίσεων αρκούδων σε κατοικημένες περιοχές. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να πιέζουμε τόσο οι Περιβαλλοντικές Οργανώσεις, όσο και οι Τοπικές Αρχές και κοινωνίες, ώστε να αναλάβει η Πολιτεία τις ευθύνες που της αναλογούν.

